επικέλομαι

ἐπικέλομαι (ποιητ. τ.) (Α)
(αποθ.)
1. επικαλούμαι («πολλά κατηρᾶτο, στυγερός δ’ ἐπεκέκλετ’ Ἑρινῡς», Ομ. Ιλ.)
2. (με δοτ. και απρμφ.) συμβουλεύω, ενθαρρύνω («τεῷ ἐπικέκλεο παιδί», Απολλ. Ρόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κέλομαι «προτρέπω, φωνάζω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικεκλομένων — ἐπικέλομαι call upon aor part mid fem gen pl ἐπικέλομαι call upon aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικέκλεο — ἐπικέλομαι call upon aor imperat mid 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἐπικέλομαι call upon aor ind mid 2nd sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκέκλετο — ἐπικέλομαι call upon aor ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεκλομένοιο — ἐπικέλομαι call upon aor part mid masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεκλόμενοι — ἐπικέλομαι call upon aor part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεκλόμενος — ἐπικέλομαι call upon aor part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεκλομένα — ἐπικεκλομένᾱ , ἐπικέλομαι call upon aor part mid fem nom/voc/acc dual ἐπικεκλομένᾱ , ἐπικέλομαι call upon aor part mid fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκέκλετ' — ἐπεκέκλετο , ἐπικέλομαι call upon aor ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικέκληται — ἐπικαλέω summon perf ind mp 3rd sg ἐπικέλομαι call upon aor subj mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.